Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Μακρόν, Τσίπρας σπρώχνουν τον Σουλτς

Μακρόν, Τσίπρας σπρώχνουν τον Σουλτς δημοσιευθηκε στην Εφημεριδα των Συντακτών 04.02.2018, Ετικέτες: Μάρτιν Σουλτς, Γερμανία, Ευρωκοινοβούλιο, Σοσιαλδημοκράτες Συντάκτης: Τάσος Παππάς
Μιλώντας στη διάσκεψη του κόμματός του πριν από λίγες μέρες ο επικεφαλής του SPD, Μάρτιν Σουλτς, είπε ότι «μια κυβέρνηση με συμμετοχή του SPD, πρέπει να είναι κυβέρνηση του SPD». Ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών αισθάνθηκε την ανάγκη να κάνει αυτή τη δήλωση γιατί η μετακίνησή του από τη θέση «γυρίζουμε στην αντιπολίτευση» στη θέση «πάμε σε κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού» έχει διχάσει το κόμμα του. Πολλές περιφερειακές οργανώσεις, η Νεολαία και τα μεσαία στελέχη αντιμετωπίζουν με εχθρότητα αυτήν την προοπτική και ασκούν σκληρή κριτική στον Σουλτς και στους παράγοντες της κομματικής γραφειοκρατίας, οι οποίοι τον πιέζουν ασφυκτικά να ακολουθήσει τη γραμμή της συγκυβέρνησης γιατί η «αντιπολίτευση είναι ένα άχαρο πράγμα», όπως είχε ομολογήσει κορυφαίο στέλεχος του SPD. Ξανά εκλογές δεν θέλει το SPD, γιατί -όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις- το αποτέλεσμα θα είναι αρνητικό. Η επιρροή του μειώνεται. Εχει πέσει κάτω από το 20%. Νέα ήττα θα οδηγήσει το αρχαιότερο κόμμα της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας σε βαθιά κρίση εσωστρέφειας. Το παράδειγμα των Γάλλων Σοσιαλιστών (έχουν εξαφανιστεί) είναι διδακτικό. Τι υπόσχεται σήμερα ο Σουλτς; Να μη γίνουν οι Σοσιαλδημοκράτες οι «φτωχοί συγγενείς» σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, ό,τι δηλαδή ήταν στο πρόσφατο παρελθόν. Συγκυβερνούσαν, αλλά τον τόνο στο εσωτερικό της χώρας και στην Ευρώπη τον έδιναν η Μέρκελ και ο Σόιμπλε κι αυτοί απλώς… παρίσταντο και χαιρέτιζαν. Ενίοτε πλειοδοτούσαν για το καλό της Γερμανίας. Τώρα ο Μ. Σουλτς δεσμεύεται ότι ο ρόλος του SPD στην κυβέρνηση του μεγάλου συνασπισμού δεν θα είναι διακοσμητικός. Επιστρατεύει προς ενίσχυση των επιχειρημάτων του τις συμβουλές του Γάλλου προέδρου και του Ελληνα πρωθυπουργού. Πράγματι, ο Μακρόν θέλει το SPD στην κυβέρνηση ώστε οι προτάσεις του για μεταρρυθμίσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση να βρουν υποστηρικτές στη Γερμανία. Μόνος του δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Το ίδιο επιθυμεί διακαώς και ο Τσίπρας. Η οικονομική εφημερίδα «Handelsblatt» αναφέρει πως «ο Ελληνας πρωθυπουργός ελπίζει ότι με έναν Σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών θα μειωθούν οι πιέσεις για λιτότητα που ασκούσε μέχρι πρόσφατα ο Σόιμπλε. Επιπλέον, η ιδέα των Σοσιαλδημοκρατών για ευρω-ομόλογα πρέπει να ηχεί σαν μουσική στα αυτιά του Αλέξη Τσίπρα». Οντως, έτσι είναι. Ο Τσίπρας θέλει το SPD στην κυβέρνηση. Το ερώτημα είναι αν αυτό που συμφέρει τους Μακρόν-Τσίπρα συμφέρει και το SPD. Αν επαναληφθεί το μοντέλο του προηγούμενου συνασπισμού, θα πληγεί ανεπανόρθωτα. Αν όμως καταφέρει να επιβάλει τους όρους του, θα κερδίσει και στο επίπεδο των εντυπώσεων και στο επίπεδο της ουσίας. Μπορεί να το πετύχει; Δύσκολο. Δεν θα είναι το κόμμα-κορμός στην κυβέρνηση. Η Δεξιά είναι η πλειοψηφική δύναμη και δεν έχει λόγους να παραδώσει τα ηνία ούτε στη Γερμανία ούτε στην Ευρώπη. Ηδη έπεσαν οι πρώτες προειδοποιητικές βολές. Για την απειλή της «σοσιαλδημοκρατικοποίησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης» κάνει λόγο η οικονομική επιτροπή του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος με έγγραφό της, αποσπάσματα του οποίου προδημοσίευσε η «Die Welt». Το κείμενο υπογράφουν ο Βέρνερ Μπάλζεν, πρόεδρος της επιτροπής, και ο γενικός γραμματέας της, Βόλφγκανγκ Στάιγκερ, και απευθύνεται στους ηγέτες των Χριστιανοδημοκρατών. Οι συντάκτες προειδοποιούν ότι «η δημιουργία μιας “Ευρωπαϊκής Ενωσης μεταφοράς πόρων” θα έχει ως συνέπειες περισσότερο συγκεντρωτισμό, μεγαλύτερη γραφειοκρατία και μεταφορά πόρων. Δεν επιτρέπεται να συνεχιστεί η παραχώρηση της ευρωπαϊκής πολιτικής στους Σοσιαλδημοκράτες και να ακολουθoύν οι Χριστιανοδημοκράτες ένα SPD το οποίο αντιλαμβάνεται το “φιλοευρωπαϊκό” μόνο ως μεγαλύτερη κατανομή πόρων σε χώρες που περνάνε κρίση.
Με αυτόν τον τρόπο τα Χριστιανοδημοκρατικά Κόμματα εγκαταλείπουν ένα ουσιαστικό κομμάτι του πυρήνα της ταυτότητάς τους. Από ποιον, αν όχι από τα Χριστιανοδημοκρατικά Κόμματα, μπορεί να συνταχθεί επειγόντως η αναγκαία πολιτική αντιπρόταση σε αυτές που προτείνουν ο Γάλλος πρόεδρος, Μακρόν, και ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ;… Με τη συμφωνία των διερευνητικών συζητήσεων αθετούνται οι υποσχέσεις προς τους Γερμανούς πολίτες οι οποίες δόθηκαν προ της εισαγωγής του ευρώ». Το εν λόγω έγγραφο καταλήγει ως εξής: «Η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Ο κ. Μακρόν και ο κ. Γιούνκερ έχουν καταστήσει σαφές με τις προτάσεις τους ότι θέλουν να συνεχίσουν προς την κατεύθυνση δημιουργίας μιας “Ευρωπαϊκής Ενωσης μεταφοράς πόρων”. Με την επιδιωκόμενη από τις διερευνητικές συζητήσεις νέα ευρωπαϊκή πολιτική η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση εγκαταλείπει την ακολουθούμενη από τον πρώην υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πολιτική». Οπως καταλαβαίνει ο καθένας, άλλος συνέταξε το έγγραφο (Σόιμπλε), άλλοι το υπέγραψαν. Ο πρώην υπουργός Οικονομικών και σημερινός πρόεδρος της γερμανικής Βουλής παραμένει ένα ισχυρό πολιτικά πρόσωπο. Δικό του δημιούργημα είναι το σύστημα που έχει επιβληθεί στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη. Πιστεύει ότι λειτουργεί σωστά και δεν χρειάζεται να γίνουν σημαντικές αλλαγές. Κάποια μερεμέτια ίσως. Αλλωστε, το σύστημα δουλεύει μια χαρά για τη Γερμανία. Την ευνοεί σκανδαλωδώς. Θα αντισταθεί σθεναρά, λοιπόν, ο Σόιμπλε σε κάθε πρωτοβουλία που θα το αμφισβητεί. Το SPD θα τολμήσει να συγκρουστεί; Αν κρίνουμε από το παρελθόν του και από την ποιότητα της ηγετικής ομάδας του, δεν πρέπει να είμαστε πολύ αισιόδοξοι.

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Ζήτω η Μακεδονία, αλλά ζήτω και τα νησιά Κέιμαν.

Ζήτω η Μακεδονία, αλλά ζήτω και τα νησιά Κέιμαν. Του Κωστα Βαξεβάνη Δημοσιευτηκε στις 28-1-2018 στην εφημεριδα DOCUMENTO Γιατί καλή και ελληνική η Μακεδονία, καλές οι σημαίες και οι στολές, ακόμη πιο καλές οι φωτογραφίσεις κάτω από τα αχαμνά του Βουκεφάλα, αλλά μην τα ισοπεδώσουμε όλα. Αλλο να σηκώνεις σημαία για τη Μακεδονία, να την αγαπάς, να στέκεσαι προσοχή όταν εμφανίζεται ο όποιος Φράγκος ή Φράνκο και άλλο να πρέπει αυτή η εθνική υπερηφάνεια να φύγει από την αόριστη σφαίρα των συγκινήσεων και να ακολουθήσει τον πραγματικό δρόμο τού χτίζω μια χώρα μαζί με άλλους. Στην πρώτη περίπτωση αρκούν μερικές κάμερες και να θυμηθείς αυτό που σου έλεγαν ή υπονοούσαν στο σχολείο, πως είμαστε ο καλύτερος λαός και ταυτόχρονα αδικημένος και καταπιεσμένος, αλλά πάλι με χρόνια με καιρούς θα βρούμε την άκρη. Στη δεύτερη θέλει αναμέτρηση με την πραγματικότητα. Οι «πατριώτες» είναι παλιά εφεύρεση. Από τότε που ο Σάμιουελ Τζόνσον είχε αποφανθεί πως «patriotism is the last refuge of a scoundrel», ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός καθάρματος, πέρασαν χρόνια αλλά και καθάρματα που κουνούσαν σημαίες κάτω από τις οποίες έκρυβαν και δικαιολογούσαν από βρομιά ως προδοσία. Μην πάτε μακριά. Οι Eλληνες δωσίλογοι πέρασαν την πολιτική πόρτα που τους μετονόμασε σε πατριώτες (έως και σύνταξη τους έδωσαν) και πολέμησαν με μίσος όσους τους είχαν πολεμήσει ως προδότες, βαφτίζοντάς τους ανθέλληνες. Δεν φτάνει λοιπόν ούτε να κουνάς σημαίες ούτε να διπλώνεις τον χάρτη για να δεις αν η Κρήτη πέφτει πάνω στη Μακεδονία, για την οποία συγκινείσαι αβάσταχτα, ώστε να είσαι πατριώτης. Πριν από χρόνια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος σε μια ομιλία του είχε προσδιορίσει τον κατ’ αυτόν πατριώτη ως τον πολίτη που νοιάζεται για τη χώρα και τον συμπατριώτη του, πληρώνει φόρους για να λειτουργεί το κράτος και η πατρίδα, ενδιαφέρεται για το κοινό καλό. Οπως έλεγε, πραγματικός πατριώτης είναι όποιος ενεργεί καθημερινά και ευσυνείδητα στον τομέα που ετάχθη, υπέρ της πατρίδος, δηλαδή υπέρ του γενικού καλού και οφέλους. Παραδείγματος χάριν, ο καλός δάσκαλος, που ενδιαφέρεται για τη μετάδοση της γνώσης στους μαθητές του και αγωνιά για τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα που θα ανυψώσει την ψυχή τους, δικαιούται να λογίζεται πατριώτης. ∆εν είναι πατριώτης ο υπάλληλος του δημοσίου που δεν σέβεται και δεν υπηρετεί τους πολίτες, που δεν λογαριάζει το δημόσιο χρήμα το οποίο διαχειρίζεται, αυτός που τις ώρες της υπηρεσίας του δεν τις αφιερώνει στις υποχρεώσεις του αλλά στις προσωπικές του ενασχολήσεις και συμφέροντα. Ούτε ο κερδοσκόπος έμπορος και κάθε άλλος –και είναι πολλοί– που επιδιώκει τον αθέμιτο πλουτισμό. Εχει ιδιαίτερη σημασία πως ένας άνθρωπος της Δεξιάς, της εργολάβου του πατριωτισμού, έβγαζε τον πατριωτισμό από το βολικό πλαίσιο στο οποίο το τοποθετούσε η Δεξιά, ως εθνικιστική μεγαλοστομία και πολέμους εκ του ασφαλούς, και έλεγε πως ο πατριώτης προσδιορίζεται από πιο ουσιαστικά πράγματα. Γιατί το θυμήθηκα; Γιατί βλέπω για μια ακόμη φορά την ελληνική Δεξιά να αγαπά τη Μακεδονία κουνώντας σημαίες, αλλά πιο πολύ τα νησιά Κέιμαν, τις offshore και τους συνεταίρους με το μαύρο χρήμα.
Τη Μακεδονία αγαπούν φαντάζομαι και όσοι έκλεισαν εργοστάσια για να τα μεταφέρουν στη Βουλγαρία με το χαμηλότερο κόστος, όσοι απέλυσαν Μακεδόνες για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη και όσοι μετά το συλλαλητήριο έσπευσαν να τζογάρουν στο καζίνο στη Γευγελή. Επίσης πολλοί από αυτούς που κλέβουν φόρους με τους οποίους γίνονται δρόμοι, σχολεία, νοσοκομεία, πολλοί από αυτούς που θέλουν να απολύσουν τους «υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους», οι άλλοι που όταν θέλουν να κρύψουν τις λαμογιές φοράνε έως και σώβρακο με τα χρώματα της γαλανόλευκης. Δεν γίνεται να αγαπάς τη χώρα και τη Μακεδονία αλλά να έχεις αλισβερίσια με τα Κέιμαν για να μην πληρώνεις φόρους, να μη σε πειράζουν οι Παπασταύρου και οι Μαρέβες και να αποκαλείς λειτουργίες της αγοράς τη διακίνηση μαύρου χρήματος και την απόκρυψη πλούτου που οδηγεί στη χρεοκοπία της χώρας. Δεν γίνεται να αγαπάς τις σημαίες περισσότερο από τους ανθρώπους και τα συνθήματα πιο πολύ από την ελευθερία των ανθρώπων να είναι ό,τι είναι. Επίσης δεν γίνεται να θεωρείς πως άνθρωποι που γεννήθηκαν πέντε ή δέκα χιλιόμετρα πιο μακριά από σένα είναι χειρότεροι λόγω αυτής τους της τυχαίας γεωγραφικής τοποθέτησης. Δεν γίνεται να μισείς και να είσαι πατριώτης, γιατί η πατρίδα χρειάζεται ανθρώπους και όχι βρικόλακες που θέλουν να κατασπαράξουν βαφτίζοντας τους απέναντι ανθέλληνες. Οχι, όλοι αυτοί που μαζεύτηκαν στο συλλαλητήριο δεν ήταν ακροδεξιοί, αλλά όλοι οι ακροδεξιοί ήταν εκεί. Και αν αυτή η συνύπαρξη δεν προβληματίζει, υπάρχει πρόβλημα. Μπορεί λοιπόν, θέλοντας να πείσει συγκινησιακά για τον πατριωτισμό του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης να είπε πως αν διπλώσει τον χάρτη της χώρας, η Κρήτη, απ’ όπου κατάγεται, πέφτει πάνω στη Μακεδονία, αλλά αν διπλώσει τον παγκόσμιο χάρτη, πολύ φοβάμαι πως το σπίτι του θα πέσει πάνω σ’ εκείνο του Βολταίρου στο Παρίσι και τα δύο μαζί πάνω στα νησιά Κέιμαν.

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών

Απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών Ιωάννης Κ. Μαντζουράνης Δημοσίευση στο Documento στις 28.12.2017
Documento #58 23.12.2017 Του Ιωάννη Κ. Μαντζουράνη, Δικηγόρου 1 Στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες ουδείς και ουδέν είναι υπεράνω υποψίας, όλοι και όλα πρέπει να ελέγχονται και επιτρέπεται να κρίνονται, μηδενός εξαιρουμένου. 2 Εφόσον είναι «ανθρώπινον το σφάλλειν» και οι δικαστές μπορεί να σφάλλουν, συνεπώς υπάρχουν ορθές και εσφαλμένες δικαστικές αποφάσεις. Ολες οι δικαστικές αποφάσεις είναι δεσμευτικές, αφού συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα, πάντοτε για τους διαδίκους και συχνά και για τους υπόλοιπους πολίτες, πλην όμως δεν είναι όλες οι δικαστικές αποφάσεις σεβαστές, αφού μόνον οι ορθές δικαιούνται σεβασμού και είναι αξιοσέβαστες. 3 Οι φορείς δημόσιας εξουσίας, όπως λ.χ. οι βουλευτές, οι υπουργοί και οι δικαστές, μπορεί και πρέπει να ελέγχονται και να κρίνονται από κάθε πολίτη. Η κριτική μπορεί να είναι βάσιμη ή αβάσιμη, ορθή ή εσφαλμένη, καλόπιστη ή κακόπιστη κ.ο.κ. Αλλωστε και η κριτική επιδέχεται και υπόκειται σε κριτική. Μόνο που η αξιοπιστία και βασιμότητα της κριτικής δεν εξαρτάται πρωτίστως από την άποψη των κρινόμενων. Εν ολίγοις, περί του εάν είναι καλόπιστη ή κακόπιστη και βάσιμη ή αβάσιμη η κριτική μιας δικαστικής απόφασης πιο αξιόπιστα αποφαίνονται οι πολίτες, νομικοί ή και μη, παρά οι κρινόμενοι δικαστές. 4 Η διάκριση των λειτουργιών του κράτους σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική και η συνακόλουθη ανάθεση κάθε λειτουργίας σε ξεχωριστά όργανα δεν συνεπάγεται απόλυτο διαχωρισμό αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων, αφού η συνεργασία των φορέων καθεμίας εκ των τριών λειτουργιών αναποφεύκτως επιβάλλεται από τη φύση των πραγμάτων και επιτρέπεται από το σύνταγμα. Σε αυτό το πλαίσιο των διακριτών ρόλων και αναγκαίων συνεργασιών των τριών εξουσιών είναι ανεπίτρεπτη η αντιπαλότητα, όχι όμως απαγορευμένη η κριτική των αποφάσεων των φορέων μιας κρατικής λειτουργίας από τους φορείς μιας άλλης. Ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα των σχετικών με τη διάκριση των εξουσιών συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι απαγορεύεται σε βουλευτές, υπουργούς και δικαστές να κρίνουν και κατακρίνουν αποφάσεις αλλήλων.
Αρα είναι απολύτως θεμιτό υπουργοί και βουλευτές να αξιολογούν αποφάσεις δικαστών, ιδίως όταν οι δικαστικές αποφάσεις επηρεάζουν επιλογές είτε της κυβέρνησης είτε της Βουλής, όπως εξάλλου οι δικαστές κρίνουν αποφάσεις της νομοθετικής ή εκτελεστικής εξουσίας. 5 Με την κριτική δεν προσβάλλεται η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, αφού έτσι ελέγχεται μόνον η ευθυκρισία των δικαστών που έλαβαν την κρινόμενη απόφαση. Συχνά ακούγονται κλαυθμοί και οδυρμοί για τη δήθεν πληττόμενη δικαστική ανεξαρτησία όταν αμφισβητείται δημοσίως η ορθότητα μιας δικαστικής απόφασης, ιδίως όταν έχει και πολιτικές συνέπειες. Οταν δεν γίνεται σκόπιμη απόπειρα ακύρωσης της δημόσιας κριτικής με αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης υπό το πρόσχημα της προστασίας της δικαστικής ανεξαρτησίας, μάλλον πρόκειται για εσφαλμένη αντίληψη των πραγμάτων. 6 Με αυτά τα δεδομένα, οι πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ για το πόθεν έσχες μπορεί και πρέπει να κρίνονται και ενδεχομένως να κατακρίνονται, εφόσον έτσι θεωρούν οι ασκούντες κριτική σε αυτές πολίτες. Το βάσιμον ή αβάσιμον και το καλόπιστον ή κακόπιστον αυτής της κριτικής αξιολογείται από τους πάντες και όχι μόνον από τους εκδόσαντες τις κρινόμενες αποφάσεις, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως υποκείμενοι οι ίδιοι σε κριτική, δεν είναι και οι πλέον αντικειμενικοί κριτές των κριτών του εαυτού των.
7 Οι συγκεκριμένες αποφάσεις, καθ’ ο μέρος διέρρευσαν στα ΜΜΕ, περιέχουν και ορθές και εσφαλμένες κρίσεις. Ανεξαρτήτως αγαθών ή μη προθέσεων, προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην κατοχύρωση της διαφάνειας σε ό,τι αφορά την προέλευση της περιουσίας των ασκούντων δημόσια εξουσία και λειτουργία. Δημιουργούν γκρίζες ζώνες στον έλεγχο πόθεν έσχες όλων των υπόχρεων με αδικαιολόγητες εξαιρέσεις σε σχέση με τη δήλωση προέλευσης μετρητών, πινάκων, τιμαλφών, περιεχομένων σε θυρίδες κ.ά., δηλαδή ακριβώς εκεί όπου ανθεί και καρποφορεί το βρόμικο χρήμα, ευδοκιμεί το έγκλημα και παραφυλάει η διαπλοκή. Αναζητούν νομιμοποιητικό έρεισμα στην προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας με μειωμένη αν όχι ελάχιστη πειστικότητα. Και αυτό γιατί στο σύνταγμα διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των δικαστών μόνον κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου και όχι για όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των δικαστών. Εν ολίγοις, η απονομή δικαιοσύνης γίνεται αποκλειστικώς και μόνον από δικαστές, οι οποίοι κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων τους είναι ανεξάρτητοι. Οταν όμως πρόκειται για μη δικαστικά έργα, ουδείς ουσιαστικός λόγος αλλά και συνταγματικός περιορισμός επιβάλλει το εν λόγω έργο να ασκείται αποκλειστικώς και μόνον από δικαστές ή έστω κατά πλειοψηφία από δικαστές. Με αυτή την έννοια ο έλεγχος του πόθεν έσχες των δικαστών, που δεν συνιστά κατά περιεχόμενο δικαιοδοτικό έργο αλλά αποτελεί καθαρώς διοικητικό έλεγχο, δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές της δικαστικής ανεξαρτησίας συνταγματικές διατάξεις, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον φορολογικό έλεγχο των δικαστών ή με τον πολεοδομικό έλεγχο των ακινήτων δικαστών κ.λπ., οι οποίοι δεν ασκούνται από δικαστές αλλά από τα αρμόδια όργανα της δημόσιας διοίκησης.
Αλλωστε είναι κολοβός ο έλεγχος, που περιορίζεται σε αυτοέλεγχο, αφού δεν παρέχει εχέγγυα αμεροληψίας και ευχερώς αμφισβητείται η αντικειμενικότητά του. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται η δημοσίευση των κειμένων των σχετικών αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ, οπότε και θα καταστεί δυνατή η πλήρης αξιολόγηση της αιτιολογίας και συνακολούθως της ορθότητας ή μη αυτών. Μέχρι τότε η σχετική συζήτηση είναι αποσπασματική και ο αντίστοιχος δημόσιος διάλογος λειψός.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Όχι άλλο θεατές

Όχι άλλο θεατές Δημοσίευση: 08 Δεκεμβρίου 2017 στην ΑΥΓΗ "Αυτό που βιώνουμε καθημερινά ως μέλη του κόμματος, από τότε που βρεθήκαμε στην κυβέρνηση, είναι εκείνο του θεατή του θεάματος της πολιτικής και όχι του ενεργού πολίτη μέλους του κόμματος που συμμετέχει στη διαμόρφωσή της" Του Άλκη Ρήγου
«Χωρίς κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κυβέρνηση, ούτε εναλλακτικό κυβερνητικό πρόγραμμα εξόδου από την πολύπλευρη κρίση...» (Από την απόφαση του 2ου Συνεδρίου μας) Κι, όμως, αυτό που βιώνουμε καθημερινά ως μέλη του κόμματος, από τότε που βρεθήκαμε στην κυβέρνηση, είναι εκείνο του θεατή του θεάματος της πολιτικής και όχι του ενεργού πολίτη μέλους του κόμματος που συμμετέχει στη διαμόρφωσή της. Με τις αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου μας, φάνηκε ότι αυτή η παθογένεια συνειδητοποιήθηκε και αποφασίσαμε ότι πρέπει να ανατραπεί. Αυτό ήταν και το νόημα άλλωστε της αντίστοιχης ενότητας της Πολιτικής Απόφασης για «Κόμμα Ενεργών Πολιτών». Δυστυχώς, όχι μόνο τίποτε δεν έγινε προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά η υποκατάσταση του κόμματος από την κυβέρνηση και της κυβέρνησης από τον πρωθυπουργό για όλα τα θέματα, από τα πιο μικρά και καθημερινά μέχρι τα πιο σοβαρά και μεγάλα, συνεχίζεται και διευρύνεται. Τα συλλογικά όργανα του κόμματος και κυρίως το ανώτερο από αυτά, η Κ.Ε., υπολειτουργεί, ενώ οι αποφάσεις της σιωπηρά λησμονιούνται. Οι καταστατικές δεσμεύσεις για την τακτή της σύγκλησή της παραβιάζονται, ακόμη και προτάσεις και αποφάσεις οργανώσεων που απευθύνονται σ’ αυτή δεν φτάνουν καν στα μέλη της. Ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας / ενημέρωσης απομένει η φιλότιμη προσπάθεια του γραφείου Τύπου να μας διανέμει τις κυβερνητικές αποφάσεις και οι προσκλήσεις για να παρευρεθούμε σε εκδηλώσεις που μιλά ο πρόεδρος. Σ’ αυτό το κλίμα κυβερνητισμού είναι σχεδόν φυσικό οι οργανώσεις να αντιλαμβάνονται την παρουσία τους, όχι ως το κόμμα στον χώρο τους και «αριστερή συνείδηση της κυβέρνησης», αλλά στην καλύτερη των περιπτώσεων, ως μηχανισμού προβολής κυβερνητικών στελεχών, σε εκδηλώσεις στην περιοχή τους, χωρίς λειτουργική συνέχεια στον ευρύτερο χώρο δράσης τους. Ενώ στο εσωτερικό τους αρχίζουν να εμφανίζονται φαινόμενα εξάντλησης της πολιτικής δράσης σε ιδιότυπες μορφές πελατειακών σχέσεων. Η απαρχή τέτοιου είδους φαινομένων εντείνεται και σε μερίδα των βουλευτών μας και κάποιων κυβερνητικών στελεχών, ενώ πολλαπλασιάζονται αδιαφανείς διαδικασίες επιλογής προσώπων, κάθε είδους συμβούλων και κυβερνητικών παρατρεχάμενων.
Οι επεξεργασίες του κόμματος σε μια σειρά τομείς του κυβερνητικού έργου υποκαθίστανται από μια θολή αντίληψη περί αποτελεσματικότητας, στην οποία κυριαρχεί με το αζημίωτο, ένα τμήμα της παραδοσιακής(;) γραφειοκρατίας των υπουργείων, ενώ η λειτουργική σχέση υπουργών με τα αντίστοιχα τμήματα του κόμματος και των βουλευτών, πολλές φορές είναι ανύπαρκτη. Νομοθετικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες εμφανίζονται στη Βουλή χωρίς καμιά προηγούμενη διαβούλευση με τους βουλευτές και το κόμμα. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ανθεί μια αυξανόμενη προσωποκεντρική παραγοντίστικη πρακτική, σε κοινοβουλευτικό και κυβερνητικό επίπεδο, που υποκαθιστά την έννοια της συλλογικής δράσης, αλλά και η ανυπαρξία σοβαρού αντιπολιτευτικού λόγου και μιας χαμηλότατου επιπέδου κοινοβουλευτικής αντιπαράθεση, στην οποία διολισθαίνουν και βουλευτές μας, με απολίτικες συμπεριφορές και εξάντληση του πολιτικού μας λόγου σε επικοινωνιακές εξυπνακίστικες ατάκες αντίστοιχου επιπέδου, ενώ οδηγούν δυστυχώς σε αντίστοιχου επιπέδου και κάποιες κυβερνητικές ανακοινώσεις. Φαινόμενο το οποίο εντείνει όχι μόνο την προπαγάνδα των αντιπάλων μας ότι τελικά «όλοι ίδιοι είναι», αλλά, ακόμη χειρότερα, την καλλιεργούμενη απαξίωση της πολιτικής ως ανοιχτής συλλογικής δράσης ενεργών πολιτών και όχι ως παίγνιο προσωπικού βολέματος επαγγελματιών της πολιτικής. Το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με την από τις άλλες αριστερές δυνάμεις μηδενιστική κριτική, την εντεινόμενη αφερεγγυότητα των ανώτερων συνδικαλιστικών οργάνων, τον απολίτικο διαδικτυακό λόγο, τον διευρυνόμενο βρόμικο πόλεμο της πλειονότητας του Τύπου και της τηλεόρασης, θολώνει τελικά το αριστερό αποτύπωμα μιας σειράς σημαντικών κυβερνητικών πράξεων κοινωνικής ευαισθησίας και ταξικής μεροληψίας, εντείνει την απαξίωση κάθε συλλογικής δράσης, αφυδατώνει το αξιακό φορτίο της δημοκρατίας, επιτρέπει την εξάπλωση ρατσιστικών και φασιστικών εθνικιστικών προταγμάτων και τελικά απομακρύνει από την πολιτική όχι μόνο νέους συμπολίτες αλλά και ενεργούς μέχρι χθες συντρόφους μας. Από την άλλη, παρουσιάζεται μια τάση η οποία θεωρεί πως η όποια δημόσια κριτική υπεράσπισης και εμπλουτισμού των θέσεών μας απέναντι σε κυβερνητικές πράξεις που τις παρακάμπτουν ή τις αντιβαίνουν μπορεί να βλάψει την κυβέρνηση της Αριστεράς ή να δώσει επιχειρήματα στην αντιπολίτευση και γι’ αυτό σιωπούν και απέχουν. Ή, ακόμη χειρότερα, οδηγεί ορισμένους να εγκολπώνονται τις υπουργικές προτάσεις ή παραλείψεις ως προτάγματα δημοκρατίας και να υπερασπίζονται άκριτα κάθε κυβερνητική πράξη ακόμη κι αν βρίσκεται σε αντίθεση με τις επεξεργασίες μας.
Την ίδια ώρα, η καθημερινή κριτική προσπάθεια της «Αυγής» και του ρ/σ Στο Κόκκινο να ορθοποδήσουν μέσα από ένα ορθολογικό και σε βάθος χρόνου στρατηγικό σχέδιο αναδιάρθρωσης και αντιμετώπισης των οξυμένων προβλημάτων των εργαζομένων τους, παραπέμπεται παρά τις δεσμευτικές εξαγγελίες, στον αυτόματο πιλότο του συρσίματος στις κομματικές καλένδες. Τίποτε πιο λανθασμένο και επικίνδυνο από τέτοιες λογικές στον διαρκή πόλεμο θέσεων που διεξάγουμε για την εδραίωση ενός ανοιχτού αριστερού αποτυπώματος και μάλιστα σε μια περίοδο που όλα δείχνουν ότι υπερβαίνουμε θετικά το στοίχημα να βγάλουμε τη χώρα από την επιτροπεία, με την κοινωνία όρθια, στην πορεία μιας ανθρωποκεντρικής και οικολογικά ευαίσθητης ανάπτυξης. Έναν πόλεμο που, αν θέλουμε να οδηγήσει στην ηγεμονία του χώρου της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, οφείλουμε να ξαναβρούμε τη χαμένη αγωνιστικότητα και κριτική μας ριζοσπαστικότητα μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Να κατανοήσουμε ότι μια αριστερή συλλογικότητα δεν μπορεί να αντέξει στον χρόνο αν η ιδεολογικοπολιτική της ταυτότητα δεν είναι θεμελιωμένη στην ιστορικότητα από την οποία προέρχεται και ταυτόχρονα συναποτελείται από ενεργούς και κριτικούς πολίτες ανοιχτούς στις αντιφάσεις του σήμερα, τοπικές και διεθνικές. Ότι μόνο αν σκεφτόμαστε το ανέφικτο, θα βρίσκουμε μέσα στη συλλογική δράση το μέτρο όσων πρέπει να αλλάξουμε, χωρίς να θεωρούμε κάποια θέματα ως δευτερεύοντα και μικρά απέναντι στον βασικό μας στόχο της πορείας για κοινωνικό μετασχηματισμό με δημοκρατία και ελευθερία.
Άλλωστε, μέσα από μικρές και μεγαλύτερες ρήξεις προχωρούν οι κοινωνίες, λαμβάνοντας προφανώς υπ’ όψιν τους συσχετισμούς κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, καθώς και τις παραδοσιακές κυρίαρχες αντιλήψεις, όχι για να υποταχθούμε σ’ αυτές, αλλά για να τις ανατρέψουμε μέσα από δημοκρατικό διάλογο και αγώνες στους κοινωνικούς και πολιτισμικούς αρμούς της κοινωνίας. Αυτά όμως απαιτούν, επί ποινή ακύρωσης της ύπαρξής μας, αριστερούς πολίτες και όχι άλλο απλούς θεατές!